Το πραγματικό υπόβαθρο

Από την περασμένη Τετάρτη, αμέσως μετά τη συνάντηση με τον Ζ. Ζάεφ στο Νταβός, ο Ελληνας πρωθυπουργός μιλούσε για το ρόλο που διεκδικεί να παίξει η κυβέρνηση στην περιοχή. Ελεγε τότε πως «αυτό που χρειάζεται είναι να προωθήσουμε μια ατζέντα συνεργασίας και συνανάπτυξης, προκειμένου να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, να πάει η περιοχή μπροστά και να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις του 21ου αιώνα, στην οικονομία, στην ασφάλεια, στην περιφερειακή σταθερότητα», προσθέτοντας πως «αυτή είναι η θέση της Ελλάδας ως μιας δύναμης ευθύνης, μιας δύναμης σταθερότητας και συνεργασίας στην περιοχή» και θυμίζοντας τα «σχήματα» που στήνει η κυβέρνηση με άλλα αστικά κράτη, στην κατεύθυνση της «ευρωατλαντικής ολοκλήρωσης». Το σκεπτικό αυτό ανέπτυξε περαιτέρω στο τηλεοπτικό του μήνυμα, μετά το τέλος των συναντήσεων με τους πολιτικούς αρχηγούς, το περασμένο Σάββατο. Οπως είπε, «είναι ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης (…) ειδικά στη φάση της μετάβασης στη μεταμνημονιακή εποχή, να κλείσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα μέτωπα και να οικοδομήσουμε μια νέα, δυναμική φυσιογνωμία, διαδραματίζοντας τον ηγετικό ρόλο που μας αναλογεί στα Βαλκάνια». Πρόσθεσε μάλιστα ότι «η επίλυση των διαφορών μας με την ΠΓΔΜ δεν αποτελεί υποχρέωσή μας έναντι τρίτων, αλλά έχει να κάνει με την εξυπηρέτηση των μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων εθνικών μας συμφερόντων» και ότι η μη επίλυση του Σκοπιανού «θα αποβεί τελικά σε βάρος της Ελλάδας».

Οι ισχυρισμοί αυτοί του πρωθυπουργού γίνονται καλύτερα κατανοητοί αν ιδωθούν υπό το φως «αναλύσεων» που φιλοξενούνται αυτές τις μέρες στον Τύπο, για τα οικονομικά και γεωπολιτικά οφέλη από μια ενδεχόμενη συμφωνία με την ΠΓΔΜ, και αντίστροφα για τις συνέπειες μιας πιθανής αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, έστω κι αν παρουσιάζονται εξίσου με μια δόση υπερβολής. Η Ελλάδα έχει πολλούς λόγους να θέλει τα Δυτικά Βαλκάνια «συνδεδεμένα με την Ευρώπη», σύμφωνα με το κύριο άρθρο του «Βήματος», επειδή «θα μπορούσαν στην περίπτωση αυτή να διευρύνουν τον ελληνικό οικονομικό χώρο, να λειτουργήσουν ως άλλη ενδοχώρα για τα ελληνικά συμφέροντα και μαζί να προσφέρουν ασφαλή και ελεύθερη δίοδο από και προς την Ελλάδα για τα προϊόντα, τις υπηρεσίες και τους ταξιδιώτες». Είναι φανερό ότι ο αρθρογράφος περιγράφει το σχέδιο ανάδειξης της χώρας σε κόμβο Ενέργειας και Μεταφορών, θέτοντας ως προϋπόθεση την «ευρωατλαντική ολοκλήρωση» της Βαλκανικής με συμβολή της Ελλάδας. Χωρίς να «κρύβει λόγια» και τις επιδιώξεις της αστικής τάξης, η εφημερίδα διαπιστώνει ότι «η χώρα μας θα είχε να κερδίσει πολλά αν έπαιζε αποφασιστικά το ρόλο της στην περιοχή. Ιδιαιτέρως τώρα, που λογικά ετοιμάζεται να επανενταχθεί στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Συνδυαζόμενα τα γεγονότα θα μπορούσαν να αποδώσουν πολλαπλάσια». «Ανησυχεί» δε για το ότι το πολιτικό προσωπικό σε κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση δεν αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα των στιγμών, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η χώρα να χάσει την ευκαιρία «να κλείσει το μέτωπο και διά αυτού να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στην περιοχή και να ενισχυθεί πολλαπλώς».

Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και η αρθρογραφία στελέχους του «Πράττω» (επικεφαλής είναι ο υπουργός Εξωτερικών), ο οποίος προειδοποιεί ότι «θα είναι πανάκριβος ο λογαριασμός της μη λύσης». Οπως γράφει, «η Βόρεια Ελλάδα πάντα είχε μια φυσική ενδοχώρα που ήταν τα Βαλκάνια. Ολοι οι δρόμοι του εμπορίου ξεκινούσαν από την Καστοριά – Κοζάνη από τη μια πλευρά και από τη Θεσσαλονίκη στην άλλη. Και όλα τα εμπορεύματα κατέληγαν στην Ευρώπη». Εστιάζει μάλιστα στις ευκαιρίες που ανοίγονται τώρα για τα ελληνικά επιχειρηματικά συμφέροντα, περιγράφοντας ενδεικτικά τα σχέδια για τον δίαυλο Δούναβη – Αξιού που ενδιαφέρεται να πραγματοποιήσει η Κίνα. Ομοίως και ο Ν. Μέρτζος, πρώην πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και από τους πρωτεργάτες των συλλαλητηρίων του 1992, που τώρα αναλύει την ανάγκη για μια «έντιμη συμφωνία» με τα εξής επιχειρήματα: «Η σταθερότητα του μικρού κράτους, η φιλία και η στενή συνεργασία έχουν κεφαλαιώδη σημασία για την Ελλάδα. Στα Σκόπια η Ελλάδα είναι στους πέντε πρώτους εμπορικούς εταίρους και ξένους επενδυτές. Ελέγχουν το διυλιστήριο, τα δίκτυα καυσίμων, τη μεγαλύτερη τράπεζα, αλυσίδες πολυκαταστημάτων και από φέτος το 75% της Ενέργειας. Το γειτονικό μας κράτος είναι ο μεγαλύτερος πελάτης του Λιμένος Θεσσαλονίκης και ελέγχει τις στρατηγικές κοιλάδες Βορρά – Νότου. Μυριάδες πολίτες του παραθερίζουν στην ελληνική Μακεδονία και κάθε εβδομάδα αιμοδοτούν το εμπόριό της». Οσο για τις προοπτικές που ανοίγονται για την ελληνική αστική τάξη, στο πλαίσιο βέβαια των γενικότερων ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών, αναφέρει με νόημα ότι «η μεσοβαλκανική ζώνη είναι ο συντομότερος στρατηγικός διάδρομος για την ασφάλεια των ενεργειακών πηγών που ελέγχει η Δύση στην Ανατολή και για την αποτροπή επεκτάσεως της ρωσικής επιρροής».

Τα παραπάνω, μέρος μόνο των όσων ακούγονται και γράφονται τις μέρες αυτές, δίνουν ταυτόχρονα το πραγματικό υπόβαθρο της αποφασιστικότητας της κυβέρνησης να κλείσει τα «ανοιχτά μέτωπα», προκειμένου να παίξει «στα γεμάτα» στους ενεργειακούς και άλλους σχεδιασμούς στα Βαλκάνια. Εξηγούν όμως και τις αμφιβολίες που εκφράζονται από διάφορες πλευρές για το κατά πόσο η διαπραγμάτευση γίνεται με επαρκή ανταλλάγματα και για το αν η ένταξη και των άλλων χωρών της Βαλκανικής στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ θα αναβαθμίσει ή θα υποβαθμίσει το ρόλο της Ελλάδας στην περιοχή. Σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι το πραγματικό υπόβαθρο της συζήτησης που αναθερμάνθηκε για την ΠΓΔΜ: Το συμφέρον της ελληνικής αστικής τάξης, ενταγμένο στους ευρύτερους γεωπολιτικούς και οικονομικούς σχεδιασμούς ισχυρών ιμπεριαλιστικών οργανισμών, των οποίων αποτελεί μέλος. Αυτοί ακριβώς οι σχεδιασμοί ΗΠΑ – ΝΑΤΟ και ΕΕ, στην αντιπαράθεσή τους με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, κυρίως με τη Ρωσία, είναι που βάζουν τον ελληνικό και τους άλλους λαούς της περιοχής στο μάτι του κυκλώνα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Και είναι αυτά ακριβώς τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων που όχι μόνο δεν αποτελούν «εγγύηση ευημερίας, ασφάλειας και σταθερότητας», αλλά αντίθετα πηγή μεγάλων κινδύνων για την ευρύτερη περιοχή.

Advertisements