ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1944: «Αν η ελευθερία δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας, εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα»

«Ξημερώνοντας αυγή το προσκλητήριο. Είμαστε όλοι ζαβωμένοι σα να πλανιότανε ο χάρος… Συνταχθήκαμε. Φραπ κι ολούθε γύρα μας τα πολυβόλα ξεφαντώνουν από τις σκοπιές. Οι μπούκες στρέφουν κατά πάνω μας…

Επιθεωρεί το λοιπόν ο Φίσερ και πάει και κάθεται στη μέση… Κι αρχίζει και λέει. Οσοι ακούνε όνομα να βγαίνουνε γρήγορα. Γυρίζει τα χαρτιά, τον κατάλογο. Αμέσως ηλεκτρισμός πιάνει το στρατόπεδο. Ανοίγει το στόμα του και λέει το πρώτο όνομα: Αϊβατζίδης Γεώργιος, μάγειρας ήταν απ’ τα Σέρβια της Μακεδονίας. Μόλις ακούει τ’ όνομα πετιέται ένας άνδρας – Γεια σας αδέρφια, φωνάζει και σηκώνει τη γροθιά του ψηλά. Ο κατάλογος εξακολουθεί. Ενας – ένας π’ ακούει, πετιέται στη μέση.

Γροθιές παντού ανεμίζανε, σα να ‘τανε σημαίες. Ακουες τις φωνές τους να φωνάζουνε: «Ζήτω το ΕΑΜ»! «ΕΛΑΣ»! «ΚΚΕ»! Μα το κυριότερο ήταν: Γεια σας – γεια σας – εκδίκηση. Είσαντε και δυο μικρά και φωνάζανε: «Ζήτω η ΕΠΟΝ». Ο ένας 17 χρονώ είχε κάμει επί Μεταξά στην Ανάφη. Με την πρώτη κραυγή εκδίκηση! Οι Γερμανοί ανασκουμπωθήκανε κι αναταράχτηκαν…

Ο κατάλογος εξακολουθεί. Κατά 5άδες και καθώς τους παίρνουν αδειάζανε, αραιώνανε οι θέσεις, ιδίως από τις 100αρχίες των συνεργείων, γιατί εκεί ήταν οι παλιοί, τα θύματα του Μεταξά, οι Ακροναυπλιώτες, οι υπεύθυνοι, οι καλύτεροί μας, οι ήρωες…

Κατά την 7η 20άδα φωνάζει ο Γερμανός: Να – πο – λέων Σου – κα – τζί – δης… Παρών!! φωνάζει ο Ναπολέων και πετιέται στη μέση και δίνει τα χαρτιά της δουλιάς στο βοηθό. Του λέει: «Να μου προσέχεις τα παιδιά, όπως τα πρόσεχα κι εγώ».

Ο Γερμανός διοικητής πολλές φορές του το ‘χε πει: Ναπολέων θα σε σκοτώσω, δε θα βγεις ζωντανός από δω! Τον μισούσε. Γιατί, όπως σου λέου, ήταν πολύ μεγάλος. Αγιος. Κι έτσι ο Ναπολέοντας κάθε μέρα περίμενε να τελειώσει η ζωή του. Σήμερα, όμως, ο διοικητής σαν να ταράχτηκε και λέει (μας το ξήγησαν ύστερα όσοι ‘ξεραν γερμανικά και βρέθηκαν κοντά):

— Οχι δεν είναι δυνατόν. Θα σου χαρίσω Ναπολέων τη ζωή.

— Δέχομαι λέει ο Ναπολέων, μα να μην μπει στη θέση μου άλλος.

Ο Γερμανός δεν απαντά. Ο Ναπολέων φεύγει με την 20άδα…

Εν τέλει συγκεντρώνονται όλοι οι 200 μπροστά στα μαγεριά. Ο κουλοχέρης ο βασανιστής Κόβατς συζήταγε με τον Ναπολέοντα: Τώρα όλοι εσείς παρτιζάνοι, μπουμ μπουμ, σήμερα καπούτ! Ο Ναπολέων του λέει:

— Σου ζητώ μια χάρη, μην τους χτυπάς. Να τους φέρεσαι καλύτερα. Το χτήνος γελούσε. Υστερα ο Ναπολέων μπαίνει στη μέση και λέει:

— Ελάτε παιδιά να χορέψομε, να δουν οι Γερμανοί πώς πεθαίνουν οι Ελληνες!

Τον έπιασαν απ’ το χέρι, κάνουνε κύκλο, η φρουρά τους περικυκλώνει, οι μπούκες τ’ αυτόματα καταπάνω τους κι αρχινάν το χορό: «Εχε γεια καημένε κόσμε, έχε γεια γλυκιά ζωή…». Κάθε στροφή κι αλλάζανε. Εσερνε το χορό ο επόμενος. Σύρανε το χορό όλοι οι μελλοθάνατοι…

Η ώρα ήταν περασμένες 9. Τους φορτώνουνε στ’ αυτοκίνητα. Μπρούμυτα τους φορτώσανε, για να χωράν πολλοί. Οπως τα παστά στα βαρέλια. Τότε κίνησαν τ’ αυτοκίνητα. Εμείς πίσω ακούγαμε, όσο φεύγανε, το τελευταίο τους ηρωικό τραγούδι. Αυτό αντιπροσώπευε όλο το Χαϊδάρι μας. Ηρωισμός απάνω απ’ ό,τι μπορεί να πιστέψει άνθρωπος, και αλληλεγγύη. Αυτό το ίδιο πράγμα αντιπροσώπευσε κι ο Ναπολέοντας, όταν αρνήθηκε να πάρει άλλος τη θέση του στο θάνατο…» (από το βιβλίο «Πρωτομαγιές 1886 – 1945» της Μέλπως Αξιώτη).

Το χρονικό

Ετσι έγινε εκείνη τη μέρα, την Πρωτομαγιά του 1944.

482180.jpg
Το μνημείο στην Καισαριανή

Η λογοτεχνική απόδοση του χρονικού μπορεί να «χάνει» λίγο σε πιστότητα, ως προς την ακρίβεια των φράσεων, ή την ακριβή χρονική στιγμή που έγινε αυτός ο διάλογος ή εκείνος ο χορός. Μα, μέσες άκρες, έτσι έγιναν τα πράγματα. Ετσι πέρασαν κείνο το πρωί οι 200 κομμουνιστές της Ακροναυπλίας και της Ανάφης στην αιωνιότητα.

Είχε προηγηθεί η ανακοίνωση των ναζί:

«Την 27.4.1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι, παρά τους Μολάους, κατόπιν μίας εξ ενέδρας επιθέσεως, εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανό στρατηγό και τρεις συνοδούς του αξιωματικούς και ετραυμάτισαν πολλούς Γερμανούς στρατιώτες. Εις αντίποινα θα εκτελεσθούν: 1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1η Μαΐου 1944. 2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών, τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην, έξωθι των χωρίων. Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Ελληνες εθελονταί (σ.σ. δηλαδή τα «Τάγματα Ασφαλείας») εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς. Ο στρατιωτικός διοικητής Ελλάδος».

Στο λαϊκό κίνημα σήμανε συναγερμός:

«Οι Οργανώσεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜ κυκλοφόρησαν αμέσως χιλιάδες τρικ και καλούσαν το λαό να σώσουν τους αγωνιστές ομήρους από την εκτέλεση. Σε πολλά εργοστάσια και επιχειρήσεις, οι εργάτες σταμάτησαν τη δουλιά. Στα υπουργεία και τις τράπεζες έγιναν συγκεντρώσεις και με ψηφίσματα προς τον Ράλλη και τον δήμαρχο απαιτούσαν άμεση επέμβασή τους για τη ματαίωση της σφαγής. Οι φοιτητές και οι σπουδαστές χύθηκαν στους δρόμους με συνθήματα ενάντια στην τρομοκρατία. Επιτροπές παρουσιάζονταν στις αρχές αδιάκοπα όλη τη μέρα. Στις λαϊκές συνοικίες έγιναν συγκεντρώσεις. Πολλές γυναίκες κρατουμένων ομήρων μαζεύτηκαν στη Μητρόπολη. Ο αρχιεπίσκοπος στο διαμέρισμά του »προσευχόταν» για τη σωτηρία των ψυχών των μελλοθανάτων. Οταν αργά τη νύχτα εμφανίστηκε μπροστά στις απελπισμένες γυναίκες, είπε: »Δεν μπορώ να κάνω τίποτα και το μόνο που μου απομένει είναι να παρακαλώ το θεό!..»» (Θ. Χατζή, «Η Νικηφόρα Επανάσταση που χάθηκε»).

Για το ίδιο θέμα έγραψε ο Β. Μπαρτζιώτας, τότε Γραμματέας της ΚΟΑ του ΚΚΕ: «Στις 29 – 30 Απρίλη 1944 γινόταν παράνομα η 4η Συνδιάσκεψη της ΚΟΑ. Εκεί μάθαμε τη διαταγή για την εκτέλεση των 200 αγωνιστών. Η καταπληκτική αυτή είδηση – καθαρή δολοφονία και χιτλερική θηριωδία – κυκλοφόρησε σαν αστραπή στην Αθήνα. Οι πράκτορες των Γερμανών και οι αγγλόφιλοι ρίχνουν κιόλας το δηλητήριό τους:

— Τα βλέπετε; Οι αντάρτες σκοτώνουν τους Γερμανούς και αυτοί αμύνονται…

Διαφορετικά, όμως, σκεφτόταν ο ελληνικός λαός. Οι χιτλερικοί είναι εγκληματίες πολέμου, ήρθαν κατακτητές στην Ελλάδα, ληστεύουν και καταστρέφουν τη χώρα, σκοτώνουν αθώους ανθρώπους… Σ’ αυτούς τους εγκληματίες μια απάντηση χωρεί:

— Θάνατος στους χιτλεροφασίστες κατακτητές! Πάλη μέχρι τη νίκη, την απελευθέρωση της Ελλάδας.

(…) Συζητήσαμε στην Επιτροπή Πόλης τη δυνατότητα να σώσουμε τους 200 συντρόφους μας. Την 1η του Μάη 1944, ο ΕΛΑΣ της Αθήνας ήταν στο πόδι και μαζί του ο λαός της ηρωικής Καισαριανής. Ηταν όμως αδύνατο να χτυπήσουμε τους Γερμανούς, που συγκέντρωσαν μεγάλες δυνάμεις. Οι πρώτες προσπάθειες που κάναμε μάς στοίχισαν πολύ ακριβά… Οι καμπάνες της Καισαριανής χτυπούσαν πένθιμα… και οι σύντροφοί μας έπεφταν ηρωικά από τις φασιστικές σφαίρες. Τραγουδούσαν όλοι μαζί τη Διεθνή, τον Εθνικό Υμνο και ζητωκραύγαζαν για το ηρωικό ΚΚΕ» (Β. Μπαρτζιώτα, «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλιά»).

Στον ισχυρισμό των ναζί και των ντόπιων συνεργατών τους πως οι εκτελέσεις εκείνων των ημερών (δεν έγιναν μόνο στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής) έγιναν σε αντίποινα για τους θανάτους Γερμανών αξιωματικών, λίγες μέρες αργότερα το ΕΑΜ, με μονοσέλιδη προκήρυξή του, υπό τον τίτλο «Οι αλήθειες που πρέπει να μάθει ο κάθε Αθηναίος», απάντησε:

«…Ο Γερμανός στρατηγός, για χατίρι του οποίου τουφεκίστηκαν την 1η Μαΐου 200 Ελληνες πατριώτες, σκοτώθηκε σε κανονική μάχη. Πήγε με 1.500 Γερμανούς και τσολιάδες να χτυπήσει τους αντάρτες της Πελοποννήσου.

Στόχος του ήταν να ανακαταλάβει το αεροδρόμιο των Μολάων, που βρίσκεται στα χέρια των ανταρτών. Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκε ο στρατηγός και αποδεκατίστηκαν οι δυνάμεις του. Οι δυο Γερμανοί αξιωματικοί, που ως αντίποινα για το θάνατό τους τουφεκίστηκαν στις 2 Μαΐου 110 αγωνιστές του λαού και διετάχθη η καταστροφή του χωριού Κυριάκι, σκοτώθηκαν επίσης σε μιαν ανοιχτή και μεγάλη μάχη.

Εξάλλου σχετικά με τους 42 αστυφύλακες που δήθεν δολοφονήθηκαν και ρίχτηκαν στην ασβεστοκάμινο, προσεχώρησαν στην ΠΕΕΑ και συμμετέχουν στην οργάνωση της Πολιτοφυλακής της χώρας. Μπορεί, όπως γράφτηκε στις εφημερίδες, να δημοσιεύουν φωτογραφίες, μα και μεις θα αποδείξουμε πως ζουν και χαίρουν άκρας υγείας.

Και ρωτάμε τους ακατονόμαστους αστούς «αξιότιμους» προδότες και δολοφόνους, τους κ.κ. Ράλλη, Ταβουλάρη, Γονατά, Ντερτιλή, όλους αυτούς, που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα φοβερά εγκλήματα των Γερμανών και των ελληνόφωνων μισθοφόρων τους.

Ποια ηθική, ποιο δίκιο, ποια λογική λέει πως όταν δυο στρατοί πολεμούν, εκείνος που χάνει στη μάχη έχει το δικαίωμα να σκοτώνει ανθρώπους που κάθονται χιλιόμετρα μακριά; Να τουφεκίζει κρατούμενους, που, όπως ήταν τα θύματα της βασιλομεταξικής δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, βρίσκονται φυλακή από το 1936 και επομένως δεν μπορούσαν να είχαν καμιά σχέση με τη διοργάνωση των μαχών;» (Νίκος Καραντινός, «Ριζοσπάστης», Κυριακή 24 Απρίλη 2005).

Μια κόκκινη αιμάτινη γραμμή

Το ερώτημα, βέβαια, που διατύπωνε το ΕΑΜ με την προκήρυξη, μόνο ρητορική αξία μπορούσε να είχε. Οι ναζί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους εκτελούσαν στο σωρό κομμουνιστές ακριβώς γιατί ήταν κομμουνιστές.

Πρωτοπόροι εργάτες και διανοούμενοι, που είχαν δώσει ήδη μάχες στην πρώτη γραμμή της ταξικής πάλης στα χρόνια που πέρασαν. Οπως χαρακτηριστικά έχει ήδη γραφτεί σ’ αυτές εδώ τις στήλες του «Ριζοσπάστη»: «Μεταλλεργάτες, καπνεργάτες, χτίστες, μάγειροι, σερβιτόροι, υπάλληλοι, βάδισαν στο θάνατο δίπλα στους δικηγόρους, τους δασκάλους, τους φοιτητές, τους επιστήμονες, τους μουσικούς. Πρόεδρος των Εμποροϋπαλλήλων, στο Ηράκλειο Κρήτης, ο Ν. Σουκατζίδης. Πρόεδρος των Ταχυδρομικών ο Δ. Κωνσταντινίδης. Γραμματέας των Μηχανουργών ο Σ. Σαββόπουλος. Γραμματέας των Τσαγκαράδων ο Ζ. Βεκίδης. Πρόεδρος του Σωματείου Σερβιτόρων και γραμματέας της Ομοσπονδίας Επισιτισμού ο Δ. Πολύδωρος και τόσοι άλλοι».

Διακόσιοι πρωτοπόροι αγωνιστές, μέλη και στελέχη του ΚΚΕ, έπεσαν έως τον τελευταίο με το κεφάλι ψηλά. Ποτάμι το αίμα που έτρεξε εκείνη τη μέρα στους δρόμους της Καισαριανής, χάραξε μια κόκκινη, αιμάτινη γραμμή, μια γραμμή που ήταν και παραμένει το όριο που ξεχωρίζει δύο διαφορετικούς κόσμους. Από τη μια, τον κόσμο της εκμετάλλευσης και καταπίεσης που γεννά το φασισμό και τον πόλεμο και δεν διστάζει μπροστά σε κανένα έγκλημα. Και, από την άλλη, τον κόσμο που παλεύει για να ξημερώσουν καλύτερες μέρες, δίχως πόλεμο και εκμεταλλευτές, δίνοντας ό,τι καλύτερο έχει, ακόμα και τη ζωή του, για να υπερασπίσει τη ζωή, τα δικαιώματα και τη λευτεριά του λαού.

Χαρακτηριστικοί οι στίχοι του Γ. Ρίτσου:

«Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί (…) Εμείς/ μερτικό δε ζητήσαμε. Τίποτα. Μόνον/ θυμηθείτε το: αν η ελευθερία/ δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,/ εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γειά σας».

Και του Κώστα Βάρναλη:

«Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα/ με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,/ όποιος και νά ‘σαι, όθε και νά ‘σαι κι ό,τι άνθρωπος να ‘σαι! (…)

Ετούτη η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου./ Σ’ αυτήν απάνου βρόντηξαν ο Διγενής κι ο Χάρος./ Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ’ έξω (…)

που αράδιασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους/ και θέρισε με μπαταριές, οχτρός ελληνομάχος,/ όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παλικάρια (…)

Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους/ κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος».

«Ρ»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.