Τ’ όνομά του Ναπολέων, μα τον νόμιζαν για Γιάννη

Ενα μοναδικό ντοκουμέντο από το Αρχείο του ΚΚΕ: Το βιογραφικό του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, γραμμένο από τον Θέμο Κορνάρο

Η προσωπικότητα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που εκείνο το πρωινό αρνήθηκε

645580
Σουκατζίδης Ναπολέων, Φύλλο Πορείας, 1932. «Υποδεκανεύς. Ειδικότης: Ακροβολιστής, Διαγωγή: Εξαίρετος, Λογιστής, τελ. Εμπορικής, γνωρίζει Αγγλικήν, Γαλλικήν, Γερμανικήν, Ιταλικήν, Τουρκικήν» (Αρχείο ΚΚΕ)

την προσφορά του διοικητή του στρατοπέδου να του χαρίσει τη ζωή, έχει γίνει πηγή έμπνευσης για πολλούς στο χώρο της Τέχνης. Στο Αρχείο του ΚΚΕ βρήκαμε ένα βιογραφικό του γραμμένο σχεδόν ποιητικά από τον ίδιο τον Θέμο Κορνάρο. Παραθέτουμε ορισμένα αποσπάσματα που αφορούν μια σχετικά άγνωστη περίοδο της ζωής του, την περίοδο που είναι ακόμα στην Κρήτη:

«Από το 1928 ήτανε η ψυχή της πιο μεγάλης εφοπλιστικής και βιομηχανικής επιχείρησης της Κρήτης «Λιοπυράκης και Σία»», γράφει στον πρόλογο και εξηγεί παρακάτω: «Ητανε δεν ήτανε είκοσι χρονώ. Μιλούσε κι έγραφε τέσσερεις γλώσσες».

«Κατώτερο προσωπικό στο λογιστήριο, ο πιο καινούργιος στο γραφείο». Κι όμως: «Εμποροι, εργοστασιάρχες, παραγωγοί, ναυτικοί πράκτορες, εφημερίδες, τον Ναπολέοντα ζητούσαν για να συζητήσουνε τις υποθέσεις τους».

«Διαβάζει 3-4 εφημερίδες, παρακολουθεί συστηματικά την καλλιτεχνική και φιλολογική κίνηση της χώρας. Ιδιαίτερο πάθος του η κρητική λαογραφία. Και η μεγαλύτερη απόλαυσή του να μελετά και να μαθαίνει απ’ όξω το κρητικό θέατρο και τις κρητικές μαντινάδες. Πρόσφυγας από την Προύσα δεν ήθελε να είναι ένας φιλοξενούμενος. Μόνιμες ρίζες ήθελε. Σπίτι δικό του στην κρητική γη. Σ’ ένα χρόνο μέσα κατάφερε τους κρητικούς να του παραχωρήσουνε οικόπεδο να χτίσει. Το πιο πολύτιμο, την καρδιά τους.

Με τον υπάλληλο, τον όποιο υπάλληλο οι κρητικοί δεν έχουνε και πολλές αγάπες. Μα αυτό το παιδί είναι άλλο, λέγανε, είναι δικό μας παιδί».

Ο θρύλος

«Σταφιδοπαραγωγοί που πήγαιναν τη σοδειά τους και περιμένανε μήνες για να βρουν τιμή που να καλύπτει τουλάχιστο τα έξοδα. Χαρουποπαραγωγοί, απελπισμένοι που πολλές φορές αναγκάζονταν να γυρίσουν το χαρούπι πίσω στο χωριό, δώδεκα ώρες δρόμο, με το ζώο ξεθεωμένο γιατί «σταμάτησε» η αγορά. Ολοι στο τέλος μαθαίνανε αυτήν την πληροφορία: «Ο Λιοπυράκης, λένε, πως είναι πονόψυχος. Οποιος κι αν πάει δεν φεύγει έτσι. Κι αν δεν του αγοράσει τη σοδειά, τουλάχιστο του δίδει αποθήκη να μη γυρίζει πάλι πεζός. Καμιά φορά δίδει και μικροδάνεια».

Πηγαίνανε και φεύγοντας είχανε να λένε για τους καλούς του τρόπους, μα προ πάντων για το γέλιο του. Αγγελος! Κι αποφασίζανε πως θα αλλάζανε έμπορο. Μόνο σ’ αυτόν θα πηγαίνανε πια το μαξούλι τους. Ετσι όλα τα χωριά μάθανε πως ο επιχειρηματίας Λιοπυράκης ήτανε ένα παιδί. Ενα πανέξυπνο παιδί και καλόκαρδο που πάντα γελούσε. Και ποτέ δεν πρόσβαλε κανένα, πολλές φορές τους έδινε και χαρτζηλίκι ή τους έκανε το τραπέζι κι ας μην ήτανε πελάτες του.

Πολλές φορές χωριάτες διαφωνήσανε μεταξύ τους και ήταν η αφορμή που ο ένας ήξερε πως τον επιχειρηματία τον λέγανε Γιάννη και ο άλλος επέμενε με πείσμα πως και άκουσε άλλους και ο ίδιος τον είπε πολλές φορές Ναπολέοντα.

Και σήμερα ίσως να υπάρχουνε γέροντες, απόμαχοι αγρότες που θα επιμένουνε πως ο εθνικός ήρωας Ναπολέων Σουκατζίδης είναι ο επιχειρηματίας Ι. Λιοπυράκης που ποιος ξέρει για ποιο λόγο πήρε αυτό το ψευδώνυμο».

Το σχολειό της ζωής

«Μέσα σε κείνο το περιβάλλον ετοιμαζότανε να ζήση τη ζωή του. Και προσανατόλιζε τον εαυτό του, τις γνώσεις του, τη δουλειά του, στο να μάθει βαθύτερα, να αγαπήσει θετικά και να υπηρετήσει πιο αποτελεσματικά τους ανθρώπους του καιρού και του συγκεκριμένου τόπου. Και είναι ίσως μοναδικό φαινόμενο ξένου και πρόσφυγα που χωρίς καμιάν επιφύλαξη τον θένε κρητικό οι κρητικοί. Θυμώνουμε μάλιστα αν πας και τους θυμίσεις πως προέρχεται από τα μέρη της Μικρασίας.

Η μεγάλη οικονομική κρίση του 1929-31 τόνε βρήκε σ’ αυτή τη δουλιά και σ’ αυτή την ηλικία.

Περιόδευε τις επαρχίες για τις ανάγκες της επιχείρησης, αλληλογραφούσε με τους χωριάτες, δεχότανε στο κέντρο τους ξωμάχους, έβλεπε όλο τον πληθυσμό στους δρόμους να ζητάει ένα μεροκάματο. Επιχειρήσεις να αχρηστεύονται, περιουσίες να τινάζονται στον αέρα κι από το μισθό του να μην απομένει μήτε δραχμή γιατί ντρεπότανε τη σχετική καλοπέραση ανάμεσα στα κύματα της λαϊκής συμφοράς.

Οι τοπικές εφημερίδες προσφεύγανε πολύ συχνά στο Ναπολέοντα να πάρουνε πληροφορίες για τους ποικίλους τομείς της ζωής του νησιού, από την ανεργία ως τις φιλολογικές εκδηλώσεις κι από τα οικονομικά προβλήματα ως τα ιστορικά θέματα.

Πολύπλευρος, ακούραστος, ανήσυχος και ωραίος και γελαστός, έπειθε με την πρώτη επαφή μαζί του πως ήτανε ο τύπος του ευτυχισμένου επειδή μπορούσε να υπηρετεί χωρίς να υπολογίζει ποτέ σε προσωπικά ωφελήματα ή σε απώτερες φιλοδοξίες.

Μέρα με την ημέρα πλούταινε σ’ αισθήματα και σε γνώση. Σε δύναμη και ικανότητες ν’ αντικρίζεται με τις κακές ώρες της ζωής σταθερά και αισιόδοξα. Τίποτα δεν μπορούσε να αντισταθεί σ’ αυτή τη ρωμαλέα αισιοδοξία που είχε πηγή της την ασταμάτητη δουλειά».

Η απόφαση

«Αυτός ο τρόπος της επαφής του με την ιστορία και με τη καφτή καθημερινή πραγματικότητα, τον οδήγησε να καθορίσει οριστικά τη στάση του απέναντι στη ζωή: Κατάργηση της φτώχειας και της αμάθειας.

Ρίχτηκε φλογερός, αδίσταχτος και πάντα ευγενικός να πείσει και τους άλλους γι’ αυτή την ανάγκη.

Η δημοτικότητά του και η ευγένεια των προθέσεων και της καθημερινής του δραστηριότητας τον έκαναν «επικίνδυνο» οδηγό της φτωχολογιάς, της υπαλληλίας και της διανόησης του νησιού. Και η εξουσία, πηγαίνοντας να περιορίσει αυτή τη δημοτικότητα ανάμεσα στο λαό ενός νομού, τον έπιασε, τον έκλεισε στα στρατόπεδα της δικτατορίας και τον επρόβαλε – από λάθος της – για ηγέτη του έθνους στις κρίσιμες ώρες που ακολουθήσανε.

Λες και είχε επίγνωση πως ερχότανε μια μεγάλη ώρα που η Ελλάδα σύψυχη θ’ ακουμπούσε στην καρδιά του. Κι ετοιμαζότανε με πυρετό να βρεθεί έτοιμος, ν’ αντέξει την ευθύνη.

Στρατόπεδο της δικτατορίας, στρατόπεδο των Ιταλών και των Γερμανών θα είναι το νέο περιβάλλον του από δω και μπρός.

Μέρα τη μέρα το κατακτάει. «Κάθε μέρα είναι κι ένας νέος στίβος». Είναι φράση δική του αυτή, που αντανακλά την καθημερινή του πράξη.

Και σ’ αυτούς τους χώρους της βίας δεν χάνει καιρό. Υποτάσσει το χρόνο του. Ωρες μελέτης, ώρες δουλιάς, ψυχαγωγίας και σχέσεων. Στην Ακροναυπλιά μαθαίνει και έκτη γλώσσα. Γερμανικά. Λίγο αργότερα στο ιταλικό στρατόπεδο της Λάρισας μαθαίνει και Ιταλικά. Δεν αφήνει βιβλίο που να μη σκύψει στις σελίδες του. Κι όταν τα βιβλία τελειώνουνε ή απαγορεύονται, ζητάει πληροφορίες από τους άλλους, παίρνει σημειώσεις, ξαναρωτά, συζητάει, προβληματίζεται.

Ανυστερόβουλος, σεμνός, χαρούμενος πάντα. Σοβαρότερη δουλειά του θεωρεί το ν’ αγαπά τους συντρόφους του. Δεν παραμελεί τα πράγματά του. Η γωνιά του αστράφτει από καθαριότητα. Στον τοίχο απάνω από το προσκέφαλό του, οι φωτογραφίες του πατέρα, της αγαπημένης, των φίλων του.

Επιβάλλεται και στους φίλους και στους δεσμοφύλακες. Τον σέβονται».

*Η εικόνα του άρθρου «Ο χορός του Σουκατζίδη», έργο του Βάλια Σεμερτζίδη, 1966

«Ρ»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.