Η χειραγώγηση της σκέψης για τις ανάγκες της αγοράς

Εάν η Κρίσιμη μάζα της κοινωνίας χειραγωγηθεί ώστε να υποστηρίξει μία άποψη τότε οι υπόλοιποι θα ακολουθήσουν. 

Αυτή την θέση διατύπωσε ο  Νόαμ Τσόμσκι, αναφερόμενος στις ιδεολογικές διαμάχες, υποστηρίζοντας  ότι προκειμένου να δημιουργηθεί η συναίνεση σε οποιοδήποτε θέμα πρέπει να παρέμβει η λεγόμενη κρίσιμη μάζα της κοινωνίας, δηλαδή, το 20% του πληθυσμού που απαρτίζεται συνήθως από την ακαδημαϊκή κοινότητα (φοιτητές, καθηγητές κτλ), τους δημοσιογράφους, τους πολιτικούς, τα δημόσια πρόσωπα εν γένει (όπως π.χ. καλλιτέχνες). Εάν αυτή η κριτική μάζα πειστεί τότε η συναίνεση θα δημιουργηθεί και στο σύνολο της κοινωνίας. Όταν αυτό συμβεί το αποτέλεσμα θα είναι να υπάρχει  ένα πολύ δυνατό ντιμπέητ σε κάποιο ζήτημα αλλά, ταυτόχρονα, να περιοριστεί το εύρος της συζήτησης σε όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα, για το σύστημα, επιμέρους θέματα. Το ερώτημα που είναι σημαντικό είναι πως θα ακολουθήσει αυτό το 20% την τακτική αυτή , πρόκειται άλλωστε για το πιο ενημερωμένο και μορφωμένο κομμάτι της κοινωνίας.

Μετά την εκδήλωση της κρίσης, το 2008, η βασίλισσα Ελισάβετ απηύθυνε στους ακαδημαϊκούς της οικονομικής σχολής του Λονδίνου (London school of economics- LSE) την ερώτηση, για ποιο λόγο κανείς δεν την προέβλεψε. Η ξεκάθαρη απάντηση που έλαβε από τον καθηγητή Γκαρικάνο ήταν ότι κανείς δεν ασχολιόταν με ζητήματα κρίσης. Το νόημα της απάντησης ήταν ότι όλοι θεωρούσαν πως έκαναν τη δουλειά τους και ότι κάποιος άλλος ήταν υπεύθυνος για το ζήτημα αυτό (“At every stage, someone was relying on somebody else and everyone thought they were doing the right thing.”)[1]. Ουσιαστικά, αυτή η τοποθέτηση αποκαλύπτει ένα συγκεκριμένο μοτίβο που αφορά την επιστημονική κοινότητα: την χειραγώγησή της. Οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί ασχολούνται με πραγματικό ενδιαφέρον για να προωθήσουν την επιστήμη τους, ωστόσο η χειραγώγηση αφορά την επιλογή των θεμάτων. Σε άρθρο των Financial Times ο συντάκτης Dirk Bezemer το 2009 είπε ότι «τα μοντέλα που αναπτύσσονταν από τους οικονομολόγους δεν λάμβαναν υπόψη το χρέος», ενώ οι λίγοι επιστήμονες που προέβλεψαν την κρίση όπως ο Michael Hudson του πανεπιστημίου του Μιζούρι αγνοήθηκαν τελείως.[2]

Από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα, τα οικονομικά πανεπιστήμια του Δυτικού κόσμου έδειξαν μία προφανή προτίμηση στην οικονομετρία και στη δημιουργία μοντέλων που θα ανέλυαν τις αποδόσεις των χρηματαγορών, προκειμένου να βγουν παραπάνω χρήματα από αυτές. Το αποτέλεσμα ήταν ότι όσοι έκαναν διδακτορικά τέτοιου θέματος, μετέπειτα γίνονταν λέκτορες και στην πορεία έπαιρναν θέσεις καθηγητών (κάποιοι θα ακολουθούσαν και πολιτική καριέρα). Όσοι διάλεγαν τομείς όπως η μελέτη κρίσεων ή η πολιτική οικονομία δεν γίνονταν λέκτορες και κατ’ επέκταση δεν έκαναν ερευνητικές εργασίες σε τέτοια θέματα. Επομένως, οι ήδη υπάρχοντες καθηγητές δεν έβρισκαν διδακτορικούς φοιτητές και στην πορεία οι προϋπολογισμοί των τμημάτων τους μειώνονταν και πολλές φορές έκλειναν.

Αυτή η τακτική δεν είναι κάτι καινούριο. Το δεύτερο μισό του  19ο αιώνα οι δύο μεγαλύτεροι οικονομολόγοι ήταν ο Μαρξ  και ο Μάλθους. Την εποχή εκείνη υπήρχαν οικονομικά πανεπιστήμια που είχαν παραγωγή σκέψης, ωστόσο αυτές οι θεωρίες, 50 χρόνια μετά, δεν αναφέρονται σε καμία μελέτη. Όμως οι δύο διανοητές παρήγαγαν έργο που, σήμερα, αναφέρεται σε μελέτες άλλων πιο συχνά από ότι το έργο οποιουδήποτε ακαδημαϊκού στον τομέα της οικονομίας. ( ο Μαρξ ήταν, επί της ουσίας, δημοσιογράφος και επαναστάτης και ο Μάλθους ήταν κληρικός, ο οποίος στα 45 του πήρε μία θέση σε ένα μικρό πανεπιστήμιο).

Και το ερώτημα είναι, γιατί συνέβη αυτό; Η απάντηση είναι ότι τα πανεπιστήμια της εποχής ασχολούνταν με ζητήματα αποδόσεων του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, αφού ο 19ος αιώνας ήταν ο αιώνας της αλματώδους ανάπτυξης του καπιταλισμού. Η Βικτοριανή Αγγλία, το λίκνο του οικονομικού συστήματος γέννησε μία σειρά από αποσαφηνιστές πανεπιστημιακούς, από ανθρώπους που θα μελετούσαν κάθε λειτουργία του συστήματος, όχι όμως ανθρώπους που θα εξέφραζαν επιφυλάξεις για τις βασικές του αξίες ή ανησυχητικές προγνώσεις για την κατάληξη του. Τα ζητήματα αντιφάσεων, κρίσεων, ηθικών προβλημάτων που ανέπτυσσαν οι  Μάλθους και Μάρξ δεν ενδιέφεραν κανέναν. (από την άλλη οι μελέτες των Στάνλει Τζέβονς, Τζον Μπέιτς Κλαρκ και Φράνσις Ετζγουορθ ενδιέφεραν πολύ)[3]

Είναι λοιπόν προφανές ότι τα πανεπιστήμια ήταν -και είναι– κομμάτια της κυρίαρχης ιδεολογίας. Η τάση τους είναι να στρέφουν τους επιστήμονες προς ζητήματα που αφορούν το κυρίαρχο σύστημα, για να το ενισχύσουν, ή προς ζητήματα ανώδυνα, αποκλείοντας την οποιαδήποτε αμφισβήτησή του. Οι διδακτορικοί φοιτητές πολύ συχνά ασχολούνται με ζητήματα για τα οποία γράφουν πολλοί άλλοι διδακτορικοί, επειδή αυτά προωθούνται από τα πανεπιστήμια. Από τη στιγμή που υπάρχει μία υπερπληθώρα μελετών για το ίδιο ζήτημα, πολλοί διδακτορικοί, αναγκαστικά, ασχολούνται με κάποιο οριακό θέμα που, ενδεχομένως, τους ενδιαφέρει ελάχιστα.

Πρέπει να κάνουμε σαφές ότι δεν μιλάμε για τους πανεπιστημιακούς που δεν σέβονται τη δουλειά τους και καταντούν να ευτελίζουν την ακαδημαϊκή τους αξιοπρέπεια. Προφανώς υπάρχουν και τέτοιοι, αλλά η πανεπιστημιακή κοινότητα απαρτίζεται κυρίως από πολύ ικανούς ανθρώπους με υψηλές διανοητικές ικανότητες και πολλή διάθεση για δουλειά. Την ίδια στιγμή όμως είναι μία εργασιακή κρεατομηχανή, στην οποία σχεδόν κανένας δεν βρίσκεται σε θέση να έχει οικονομική ασφάλεια. Όταν κάποιος ακαδημαϊκός φτάσει στην εργασιακή ασφάλεια (η λεγόμενη μονιμότητα –tenure- στις Αγγλοσαξωνικές χώρες), το κόσκινο από το οποίο έχει περάσει είναι τόσο μικρό που έχει ήδη εξαναγκάσει τους προπτυχιακούς, μεταπτυχιακούς, διδακτορικούς φοιτητές και τους λέκτορες να κάνουν την επιλογή θεμάτων και την οπτική τους γωνία με κριτήριο την καριέρα τους και την επιβίωσή τους.  Όσοι επιμένουν, παρά τις αντιξοότητες, να ασχολούνται με το ανθρωπιστικό και κοινωνικό κομμάτι της επιστήμης τους δεν αντιμετωπίζονται με βία αλλά με παντελή αδιαφορία.

[1] Pierce, Andrew.(2008) “The Queen asks why no one saw the credit crunch coming.” The Telegraph .

[2] Bezemer, D.(2009) , “ Why some economists could see the crisis coming”, Financial Times

[3] Heilbroner, R.L. Οι φιλόσοφοι του Οικονομικού Κόσμου. Αθήνα: Κριτική, 2000.

Σταμάτης Ρήγας

Ιστορικός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.