ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ «Κοινό σπίτι» για το κεφάλαιο που κλωνίζεται από αντιθέσεις

Στο στόχαστρο μόνιμα τα εργατικά – λαϊκά δικαιώματα και η ειρήνη

Οσο πλησιάζει η μέρα των ευρωεκλογών, ένα επιχείρημα στο οποίο επενδύουν τα αστικά επιτελεία είναι ότι η ΕΕ είναι το «κοινό ευρωπαϊκό μας σπίτι». Εκείνο που – όπως ειπώθηκε πρόσφατα σε εκδήλωση μιας συνιστώσας της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης» – «με όλα τα προβλήματα και τα μειονεκτήματά του, είναι ό,τι πιο ασφαλές έχουμε». Αλλά και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, έμπειρος πια υπερασπιστής της ΕΕ και από κυβερνητικό πόστο, με ζηλευτό θράσος, στη διακήρυξή του για τις ευρωεκλογές επέλεξε να επενδύσει στο «παραμύθι» των… δημοκρατικών παραδόσεων και αρχών με τις οποίες δήθεν ξεκίνησε η ΕΕ και τις οποίες πρέπει να θυμηθούμε και να υπερασπιστούμε.


Το πανό του ΚΚΕ το Μάη του 2010 στην Ακρόπολη συμβόλισε την αναγκαία πάλη των λαών κατά της ΕΕ

«Η Ευρωπαϊκή Ενωση δημιουργήθηκε με αρχές την εμπέδωση της ειρήνης, της δημοκρατίας, της ισότητας των φύλων, του κοινωνικού κράτους, της κοινωνικής συνοχής και της σύγκλισης των επιπέδων οικονομικής ανάπτυξης και διαβίωσης», σημείωνε το σχετικό κείμενο. Μάλιστα, κατέγραφε ανάγλυφα την αγωνία του ΣΥΡΙΖΑ μήπως αποτύχει να βρει έγκαιρα συμμάχους που θα του επιτρέψουν να διατηρήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπεράσπιση του ελληνικού κεφαλαίου, εκφράζοντας ανησυχία επειδή «η ακροδεξιά δεν χτυπά απλώς την πόρτα μας» αλλά «επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ατζέντα παραδοσιακών δυνάμεων της κεντροδεξιάς». Πριν από κάποιες μέρες, από την Καλαμάτα, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, προσπαθώντας να σπείρει αυταπάτες για τον ταξικό χαρακτήρα της Ευρωένωσης, μίλησε για την «Ευρώπη της αλληλεγγύης» και «της συνευθύνης», «την προοδευτική Ευρώπη που γεννιέται μέσα από τη συμπόρευση όλων εκείνων που δεν αποδέχονται την επιστροφή στις μαύρες μέρες των εθνικών ανταγωνισμών και του διχασμού».

«Αλληλεγγύη» του κεφαλαίου κατά των λαών

Το αν αλήθεια η ΕΕ αποτελεί «κοινό σπίτι» των λαών, των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων, το βεβαιώνει η εμπειρία που έχει συσσωρευτεί όλα αυτά τα χρόνια. Η ίδια της η δημιουργία ήταν γέννημα της ανάγκης να αντιμετωπίσουν οι αστικές τάξεις της Δυτικής Ευρώπης την αυξανόμενη πίεση που τους προκαλούσε η ύπαρξη της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, που έβγαινε ενισχυμένο μετά τη μεγάλη αντιφασιστική νίκη. Και βέβαια ήταν γέννημα της ανάγκης να συντονιστούν σχεδιασμοί που θα επιτάχυναν τη διαδικασία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, για να αντιμετωπιστούν και τα σημάδια που άφηνε πίσω της η μεγάλη καταστροφή κεφαλαίου στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και για να μπορέσει το ευρωπαϊκό κεφάλαιο να αναμετρηθεί με μεγαλύτερες αξιώσεις με τους αντιπάλους του, να κυριαρχήσει στην πολλά υποσχόμενη ευρωπαϊκή αγορά αλλά και να διεισδύσει πιο αποφασιστικά στις άλλες μεγάλες αγορές.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση ούτε ιδρύθηκε ούτε γίνεται να λειτουργήσει ποτέ με αρχές που υπηρετούν τις ανάγκες των λαών και των εργαζομένων.

«Γεννήθηκε» ως Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα το 1952, συνέχισε ως ΕΟΚ και 40 χρόνια μετά, το 1992, έφτασε να μετονομαστεί σε Ευρωπαϊκή Ενωση, ιεραρχώντας ακόμα πιο δύσκολους συμβιβασμούς μεταξύ των διαφορετικών τμημάτων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου (βλέπε κοινό νόμισμα, ΟΝΕ), αφού έτσι εκτιμούσαν ότι θα διασφαλίσουν ισχυρότερα όπλα υπεράσπισης της θέσης τους σε μια παγκόσμια καπιταλιστική αγορά που – υπό το βάρος και των ανατροπών στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες – γεννούσε ακόμα μεγαλύτερα περιθώρια κερδοφορίας, όπως βέβαια και πιο άγριες συνθήκες ανταγωνισμού.

— Η ΕΕ είναι συνώνυμο όχι της ειρήνης, αλλά της υπονόμευσής της, όπως δείχνει η άμεση συμμετοχή της στο αιματοκύλισμα πολλών λαών, αλλά και η ετοιμότητά της να αξιοποιήσει νέες στρατιωτικές αναμετρήσεις (βλέπε αύξηση στρατιωτικών εξοπλισμών, νέα πιο αυτόνομα από δυτικούς συμμάχους και ευέλικτα στρατιωτικά σώματα, ενεργότερη εμπλοκή της ίδιας της ΕΕ ή διαφόρων μελών της σε «ειρηνευτικές» κόντρες σε Αφγανιστάν, Συρία, Μάλι κ.α.).

— Η «δημοκρατία» που υπερασπίζεται η ΕΕ σταματά όταν οι εργαζόμενοι υψώσουν ανάστημα σε όσους τους ξεζουμίζουν.

— Το «κοινωνικό κράτος» αυτής της ΕΕ είναι αυτό που παραδίδει τις σύγχρονες ανάγκες για Πρόνοια, Παιδεία, Υγεία, Ειδική Αγωγή, στέγαση κ.λπ. στο μεγάλο κεφάλαιο, για να «σπρώχνει» κεφάλαια που «λιμνάζουν» και να πλουτίζει, εκμεταλλευόμενο επείγουσες ανάγκες χιλιάδων λαϊκών οικογενειών.

Σ’ αυτή την ΕΕ, η μόνη «αλληλεγγύη και συνευθύνη» που ξεχώρισε από την πρώτη στιγμή είναι εκείνη που ενώνει τους εκπροσώπους διαφορετικών τμημάτων του ευρωενωσιακού κεφαλαίου απέναντι στους σύγχρονους αγώνες και τις σύγχρονες ανάγκες των εργατικών – λαϊκών στρωμάτων. «Αλληλεγγύη» και «συνευθύνη» των εκπροσώπων των διαφόρων μονοπωλίων που, όσο κι αν κοιτάζουν πώς ο ένας θα αρπάξει την μπουκιά του άλλου, τους ενώνει η κοινή αγωνία για το πώς θα κρατούν τους λαούς της Ευρώπης μαντρωμένους στην υποταγή και στην απογοήτευση, στη λογική του «μικρότερου κακού», στην επιλογή του ενός ή του άλλου εκμεταλλευτή.

Ισχυρές εσωτερικές αντιθέσεις και κόντρες

Την ίδια στιγμή, αυτό που κρύβουν όλοι οι υπερασπιστές της ΕΕ είναι πως οι κίνδυνοι στους οποίους σέρνονται οι λαοί μεγαλώνουν και υπό το βάρος αντιθέσεων που μεγαλώνουν ανάμεσα στα ίδια τα μέλη της λυκοσυμμαχίας. Με λίγα λόγια, το «κοινό σπίτι» το αμφισβητούν όλο και περισσότεροι και οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι πλουτοκράτες, μελετώντας αν και πόσο τελικά εξακολουθεί να τους ωφελεί ως εργαλείο υπεράσπισης των συμφερόντων τους, αν και πόσο μπορούν να το ιεραρχούν ως εργαλείο για την αναβάθμισή τους.

— Τρανταχτό είναι το παράδειγμα του Brexit. Η ίδια η επιλογή της αστικής τάξης της Βρετανίας (μίας από τις ισχυρότερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις διεθνώς) να εξετάσει την έξοδο από την ΕΕ, την επαναδιαπραγμάτευση των δεσμών της με τους άλλους Ευρωπαίους μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, είναι ενδεικτική του πόσο μεγαλώνουν οι αμφιβολίες για τα οφέλη που προσφέρει πια η ΕΕ στον διεθνή ανταγωνισμό. Οπως ενδεικτικές είναι και οι δυσκολίες για την ίδια την υλοποίηση της απόφασης εξόδου, η – όπως όλα δείχνουν – επανεξέτασή της, τα ανταλλάγματα που παζαρεύουν οι Βρετανοί για τις μελλοντικές τους σχέσεις όχι μόνο με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και με δυνάμεις εκτός Γηραιάς Ηπείρου (π.χ. ΗΠΑ, Κίνα), αφού επαναπροσδιορίζονται δεδομένα διαφόρων διμερών και πολυμερών συνεργασιών – επιχειρηματικών, στρατιωτικών, γεωπολιτικών.

— Παρά τις διακηρύξεις από τις κυβερνήσεις Γερμανίας και Γαλλίας για την επικαιρότητα του «γαλλογερμανικού άξονα», οι κόντρες ανάμεσα στις δύο ισχυρότερες χώρες της ΕΕ όχι μόνο δεν εξαλείφονται, αλλά μεγαλώνουν. Για παράδειγμα, οι πρώτοι προβληματισμοί του γαλλικού κεφαλαίου στους οποίους κλήθηκε να απαντήσει η κυβέρνηση – του «μεταρρυθμιστή», «ακομμάτιστου» – Μακρόν ήταν η «σκληρή έλλειψη ανταγωνιστικότητας», το βαριά ελλειμματικό εξαγωγικό εμπόριο. Το μερίδιο των γαλλικών εξαγωγών στο διεθνές εμπόριο που ναυαρχίδες των αστικών ΜΜΕ σημείωναν από το καλοκαίρι του 2017 ότι συνεχίζει να μειώνεται. Ο στάσιμος – την τελευταία 20ετία – αριθμός των εξαγωγικών εταιρειών, όταν ο αντίστοιχος της Γερμανίας αυξήθηκε κατά 50%. Τα ίδια επιτελεία γκρίνιαζαν επειδή «το φάσμα της παραγωγής έμεινε στάσιμο (…) όταν στη Γερμανία αυξήθηκε (…) Διαθέτουμε το φάσμα παραγωγής της Ισπανίας με το κόστος της Γερμανίας (…) Επενδύουμε λανθασμένα (…) Δεν εκσυγχρονίζουμε αρκετά το κεφάλαιό μας».

— Την ίδια στιγμή, τα διάφορα αντιγερμανικά μέτωπα που στήνονται από ανησυχίες για το προβάδισμα του γερμανικού κεφαλαίου δεν μπορούν να ακυρώσουν και άλλες αντιθέσεις που βαθαίνουν, αναδεικνύοντας και πόσο εφήμερα και σαθρά είναι τελικά τα σχήματα που λανσάρει η ελληνική πλουτοκρατία, όπως ο λεγόμενος «ευρωπαϊκός νότος». Είναι χαρακτηριστική η αντιπαράθεση που μεγαλώνει ανάμεσα σε Γαλλία και Ιταλία. Τον περασμένο Φλεβάρη, ο ίδιος ο αντιπρόεδρος της ιταλικής κυβέρνησης Λουίτζι ντι Μάγιο συμμετείχε σε διαδηλώσεις «κίτρινων γιλέκων» στο Παρίσι (που ζητούν ευθέως την αποχώρηση Μακρόν) και ακολούθησε η ανάκληση του Ιταλού πρέσβη από τη γαλλική πρωτεύουσα για διαβουλεύσεις. Εφημερίδες έκαναν λόγο για «τη σοβαρότερη διμερή κρίση από την κήρυξη του πολέμου το 1940», υποστηρίζοντας ότι «από σήμερα οι Αλπεις είναι ψηλότερες». Εκτός από διαφωνίες για το μείγμα διαχείρισης που πρέπει να προτάξει η ΕΕ, Γαλλία και Ιταλία κοντράρονται και για τη διείσδυση σε περιοχές όπως η Λιβύη και συνολικά η Αφρική. Εντονοι είναι και οι επιχειρηματικοί ανταγωνισμοί, για παράδειγμα υπάρχει έντονη ιταλική ανησυχία για πολλές εξαγορές από γαλλικά κεφάλαια σε κλάδους όπως οι τράπεζες, τα τρόφιμα – ποτά, ο ρουχισμός κ.ά.

— Tο δικό τους βάρος εξακολουθούν να έχουν και τα συνεχιζόμενα σχέδια Γαλλίας και Γερμανίας για Ευρώπη «πολλών ταχυτήτων» ή «πολλών σχημάτων». Δεν πάει πολύς καιρός από την υπογραφή της Συνθήκης του Ααχεν (ως συνέχεια της Συνθήκης των Ηλυσίων, που οι δύο χώρες είχαν υπογράψει το 1963), με την οποία επιδιώκεται ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας σε άμυνα, εξωτερική πολιτική (βλέπε και λειτουργία του γαλλογερμανικού Συμβουλίου Αμυνας και Ασφάλειας) κ.α.

— Τέλος, μια μεγαλύτερη προσπάθεια «αυτονόμησης», στην επιλεκτική προσέγγιση με άλλα κέντρα, επιβεβαιώνεται σε διάφορες εξελίξεις. Για παράδειγμα, πριν από κάποιες βδομάδες συζητήθηκε έντονα η επιλογή της Ιταλίας να ενταχθεί επίσημα στους «Δρόμους του Μεταξιού» της Κίνας (One Belt – One Road), σηματοδοτώντας την πρώτη χώρα των G7 (που είναι και μέλος της ΕΕ) η οποία επιλέγει να στηρίξει τόσο καθαρά το επιθετικό μπάσιμο της Κίνας στην Ευρώπη (προφανώς γυρεύοντας ανταλλάγματα). Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η επιμονή της Γερμανίας για υλοποίηση του αγωγού μεταφοράς ρωσικού αερίου, «Nord Stream 2», παρά τις ενστάσεις και των ΗΠΑ και της ΕΕ κεντρικά.

«Ρ»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.